30 Νοεμβρίου 2017

Κουραμπιέδες.

Σιχαίνομαι τα Χριστούγεννα και όλο αυτό το -Θα μπεις σε γιορτινό mood θες δεν θες γιατί το προστάζουν οι μέρες- και όσο μεγαλώνω και κάθε χρονιά στον κατάλογο με τους απόντες μπαίνουν όλο και περισσότερα άτομα, όσο μεγαλώνω και πιστεύω πως αυτή τη φορά δεν θα φάω τα μούτρα μου, τόσο πιο πολύ μπαίνω σε άρνηση.
Στον Άγιο Βασίλη έπαψα να πιστεύω απο μωρό.
Μεγαλώνοντας έπαψα να πιστεύω και στους καλούς ανθρώπους
Παλιά όμως που ήμουν μικρός και πίστευα ή μάλλον είχα άγνοια κινδύνου και όλα σταματούσαν στο στην αγκαλιά της γιαγιάς μου τα πράγματα ήταν αλλιώς.
Έχω μια θεία.
Μάλλον είχα μια θεία. -ο κατάλογος με τους απόντες-
Θα μου πεις “Δεν μας σοκάρεις. Όλοι έχουν μια θεία. Δύο. Τρεις. Πενήντα”
Μερικοί έχουν και πολλές θείες.
Με τσεμπέρια. Με βαμμένο μαλλί. Κοντές. Ψηλές.
Θείες που σε βλέπουν στο δρόμο, και ακόμη και αν είσαι Σαράντα χρονών, θεωρούν ιερή τους υποχρέωση να σε βουτήξουν με τα δυο τους χέρια από τα μάγουλα και να σου κουνήσουν το κεφάλι πέντε έξι φορές, κάνοντας σε να νιώθεις τουλάχιστον Γαλλικό Μπουλντόγκ.
Θείες που έχουν άποψη για τα πάντα. Από την ημερομηνία στέψης του Καρλομάγνου (768μχ) μέχρι τη συνταγή για κουραμπιέδες (γιατί εδώ θα καταλήξω στο γράφω από τώρα)
Η δική μου θεία στην προκειμένη, ήταν μεγάλο αλάνι.
Όχι από αυτές τις θείες που κυκλοφορούν με καπιτονέ ρόμπα και σερνάμενη παντούφλα, αλλά από τις άλλες που είναι νταρντάνες και καλοζωισμένες -άσχετα εάν έχουν περάσει τον παθών τους τον τάραχο-.
Να φανταστείς είχε και γούνα.
Αληθινή.
Που μπορεί να είναι εξαιρετικά ενάντια στις φιλόζωες και οικολογικές πεποιθήσεις μου αλλά το 1980 αυτό στα παιδικά μάτια μου έμοιαζε τουλάχιστον υπερπαραγωγή.
Η Θεία μου λοιπόν έφτιαχνε τους πιο υπέροχους αφράτους κουραμπιέδες που υπάρχουν σε όλο το σύμπαν. Στέρεους, συμπαγείς και αφράτους, με μπόλικο βούτυρο και μπόλικη άχνη.
Το λοιπόν, η αγαπημένη μου γιαγιά (μετά από δική μου προτροπή ως λιχούδης μόνο στο ορκίζομαι) με έπιανε από το χέρι και με πήγαινε στη θεία να φάμε κουραμπιέ και φυσικά όχι μόνο έναν αλλά και δυο και τρεις και δέκα.
Συνταγές για κουραμπιέδες θα βρεις χιλιάδες σε όλο το ίντερνετ και ίσως να μην σου κάνει καν εντύπωση αυτή η δική μου συνταγή αλλά πιο πολύ -έχω γράψει και άλλες φορές- με ενδιαφέρει οι συνταγές μου να έχουν μια ψυχολογική, καθημερινή και ανθρώπινη χροιά, και όχι αυτό το στημένο στιλιζαρισμένο γκλάμουρους της τηλεόρασης η του περιοδικού. Αυτό το κάνουν και αλλοι πολύ καλύτερα απο εμένα.
Πάμε λοιπόν να δούμε τι έχουμε:

600 γραμμάρια βούτυρο φρέσκο
(Αγελαδινό εννοώ πουλάκι μου, και δεν είναι ανάγκη να πάρεις της γνωστής μάρκας, έχουμε και δικά μας νοστιμότατα)
250 γραμμάρια αμύγδαλο
½ κουταλάκι του γλυκού μπείκιν πάουντερ
1 πρέζα βανίλια
(καλύτερα είναι η φρέσκια δεν λέω χαζά, αλλά κοστίζει η ρουφιάνα οπότε βάλε από αυτή σε σκόνη ξέρεις με το κόκκινο καπάκι στο φιαλίδιο)
220 γραμμάρια ζάχαρη άχνη
(Στο σύνολο πάνω από 1 κιλό μην μασάς όμως, 200 γρ. θα χρησιμοποιήσουμε εδώ και με την υπόλοιπη θα πασπαλίσουμε τους κουραμπιέδες)
50 ml δυνατό ρούμι μαύρο η κονιάκ καλής ποιότητας
(όπως και να χει σε φτιαξα πάλι μη μιλάς)
1 κιλό αλεύρι (μαλακό η για όλες τις χρήσεις) και κάτι ψιλά σίγουρα οπότε υπολόγιζε 1200 περίπου
1 Μπουκαλάκι Ανθόνερο ή Ροδόνερο
(θα το βρεις στα S/M)
Μπόλικη άχνη για το πασπάλισμα περίπου 1 κιλό
(είδες που το πα πιο πάνω;)

Καταρχήν άσε κάτω το μπουκάλι με το Ρούμι τώρα!
Πλύνε χεράκια και πάμε με το μίξερ (σε δυνατή ταχύτητα) όπου χτυπάμε καλά και αλύπητα το αγελαδοβούτυρο με την άχνη για περίπου 20 λεπτά, έτσι θα αποκτήσουμε κουραμπιέ αφράτο - αφράτο και τσαχπίνικο, διότι αυτόν μωρό μου (σε αντίθεση με τους ανθρώπους) όσο περισσότερο το χτυπάμε τόσο καλύτερη θα γίνει η ζύμη!
Παράλληλα (ναι ξέρω δεν είσαι η θεά Κάλι με τα εφτακόσια χέρια, μην τα παίρνεις όλα της μετρητής πια και συ) παίρνουμε τα μύγδαλα να τα κόψουμε σε χοντρά κομμάτια, αφού όμως, προηγουμένως θα τα απλώσεις σε μία λαδόκολλα και θα τα ψήσεις στους 160οC για μερικά λεπτά έως ότου πάρουν χρυσαφί χρώμα. (όταν πάρουν μαύρο χρώμα δεν είναι της μόδας. Είναι καμένα ναι;)
Στα καπάκια αν και εφ όσων βγάλεις άκρη στη συνταγή, κοσκινίζουμε τα στέρεα υλικά όλα μαζί και τα ρίχνουμε (το αλεύρι, το μπείκιν και την βανίλια) στο χτυπημένο βούτυρο σταδιακά.
Νταξ εδώ είναι εύκολο, (εκτός απο το σύννεφο σκόνης που θα σηκώσεις και θα νιώσεις περίπου όπως o Al Pacino στο Scarface - "The eyes Chico. They never lie") 
Χώσε μέσα στο ζυμάρι το καβουρδισμένο μύγδαλο και στη συνέχεια το ρούμι, που ελπίζω και εύχομαι να μην το χεις πιει όλο επιμένω.
Συνεχίζεις το χτύπημα για άλλα 10 λεπτά, σε χαμηλή ταχύτητα αυτή τη φορά και τέλος.
Τώρα για το πλάσιμο μεριά.
Πλάθουμε τους κουραμπιέδες στρογγυλούς σε διάμετρο 3 χιλιοστά πιέζοντας με το δάχτυλό μας ελαφρώς την κορυφή.
Και επειδή αυτό είναι πολύ πχιότικο στο γραπτό λόγο, και πολύ πολιτισμένο θα σου το πω αλλιώς: Παίρνεις λίγο ζυμαράκι στα χέρια και το κάνεις μπαλάκι, και μετά το πατάς λίγο στην πάνω μεριά να γίνει σαν ένα ωραίο κεφτεδάκι με μια μικρή λακουβίτσα στη μέση.
Νταξ;
Θα τα ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο στους 170οC για 15-20 λεπτά.
Όχι περισσότερο γιατί θα γίνει μαύρος και πολύ σκληρός (όπου μάλλον αυτός ο χαρακτηρισμός θα πήγαινε καλύτερα σε πορνοστάρ και όχι σε κουραμπιέδες)
Τους βγάζουμε από το φούρνο, τους ψεκάζουμε με ροδόνερο η με ανθόνερο πολύ καλά τους αφήνουμε να κρυώσουν καλά (γιατί αν δεν κρυώσουν, η πρώτη στρώση ζάχαρης άχνης λόγω λεπτής υφής και λόγω ζέστης θα λιώσει με τη μια, και θα κάνει μια τραχιά κρούστα πάνω στον κουραμπιέ και υποθέτω θα θρηνήσουμε σφραγίσματα ) τους βουτάμε ή τους βάζουμε στη σειρά και τους πασπαλίζουμε με μπόλικη άχνη.
Και καλά μη νομίζεις ότι αυτό ήταν και τέλειωσε.
Όχι παιδί μου, αν δεν θέλεις κόπο να πας να πάρεις έτοιμους, αυτή η διαδικασία με το πασπάλισμα της άχνης γίνεται Πέντε Έξι φορές για να πιάσει καλά η ζάχαρη η οποία δίνει και γλύκα στην τελική.
Επίσης οι κουραμπιέδες θέλουν κλείσιμο σε αεροστεγές φαγητοδοχείο ή κλείσιμο ΚΑΛΟ με μεμβράνη γιατί ενικά είναι στεγνό προϊόν και αγαπάει με τρέλα την υγρασία με πάθος και με τρέλα, και αν πάρει υγρασία θα γίνει λαπάς σκέτος και δεν θα τρώγεται οπότε τσάμπα ο κόπος.
Κατάλαβες;
Άντε παιδί μου Καλές γιορτές σου εύχομαι και καλά μυαλά

P.s. Αμύγδαλα υπάρχουν στο εμπόριο καθαρισμένα έτοιμα και σε διάφορες μορφές, σε πούδρα, σε φιλέ, ολόκληρα..οπότε αν θες να το κάνεις ευκολότερο...

Δεν υπάρχουν σχόλια: