9 Ιουλίου 2014

Βαγγέλης Προβιάς - Τα Μαύρα Παπούτσια της Παρέλασης

Τον Βαγγέλη τον γνώρισα από τα Blog.
Νομίζω το δικό του ήτανε από τα πρώτα που διάβασα, κάπου στο 2007-2008; Κάπου εκει δεν έχει σημασία.
Στην πορεία έγινα και εγώ μπλόγκερ γνώρισα πολλούς ανθρώπους που έγραφαν η ακόμη γράφουν στα μπλόγκς, κάποια στιγμή έκατσε η φάση στην Αθήνα την άνοιξη του 2009 γνωριστήκαμε και από κοντά και βγήκαμε για ποτά με το Προβατάκι.
Πολλά ποτά.
Πολλά φίλε!
Πολύ χορό πολύ καλή διάθεση πολύ κουβέντα.
Εγώ τότε πέρναγα μια πολύ μεγάλη φρίκη με μια σχέση που είχε τελειώσει αλλά εγώ σαν γνήσιος σκορπιός επέμενα να κουβαλάω το κουφάρι της ολούθε, ψάχνοντας τα γιατί και ζητώντας λίγη ελεημοσύνη.
Πες με και Drama Queen δε γαμιέται.
Οι φίλοι μου οι μπλόγκερς ήτανε πάντα κοντά μου και ένας από αυτούς είναι και ο Βαγγέλης.
Κάθισε. Με άκουσε. Με συμπόνεσε. Με συμβούλεψε.
Και δεν τα ξεχνώ.
Αυτά τα λίγα σαν εισαγωγή για ποιόν λόγο υπάρχει μια ανάρτηση για ένα βιβλίο σε ένα μπλόγκ Μαγειρικής.
Το βιβλίο το περίμενα πως και πως να βγει για να το αποκτήσω αλλά δεν είχα λεφτά να το αγοράσω ( ναι συμβαίνουν και αυτά) και ήμουν να σκάσω έβλεπα και τις κριτικές παντού να μου εξάπτουν την φαντασία, αλλά έκανα υπομονή μέχρι να πληρωθώ και τελικά από χθες το κρατώ στα χέρια μου. Ξεκίνησα το λοιπόν να το διαβάσω, αλλά μέσα σε 40 λεπτά έφτασα πάνω από τη μέση οπότε πραγματικά με βαριά καρδιά το σταμάτησα για να συνεχίσω σήμερα μην και τελειώσει, αλλά και σήμερα το πάω λάου λάου γιατί δεν θέλω να τελειώσει.
Είναι μικρό βιβλίο σε μέγεθος με 17 συμμαζεμένα διηγήματα.
Αυτό είναι κακό και πολύ καλό.
Το κακό είναι ότι σε αφήνει με μια αίσθηση σαν να μην χόρτασες αυτό που λες “γαμώ το φελέκι μου μέσα! Λίγο ακόμη βρε καργιόλη δεν μπορούσες να γράψεις πια; κόπο θα σου έκανε;”. Το καλό είναι όμως ότι δεν σε μπουκώνει, δεν σε βαραίνει σαν αυτά τα πολύ τσιγαρισμένα φαγητά. Πως είναι το Χουνκιάρ Μπεγερντί; (πουρές μελιτζάνας με σκόρδο και κοκκινιστό κρέας κατα βάση προβατίνα η αρνί) ας πούμε. Δεν σου κάνει το μυαλό άνω κάτω, και παίρνεις τόσο όσο πρέπει. Φαντάσου δηλαδή το βιβλίο Το Σπίτι των Πνευμάτων που ναι μεν είναι απίστευτο βιβλίο αλλά αν δεν έχεις ένα πρόχειρο χάρτη με τα ονόματα των πρωταγωνιστών τη γάμησες; Ε αυτό!
Το θέα είναι όμως ότι εγώ δεν είμαι κρητικός ούτε και ψυχολόγος για να σου αναλύσω το θέμα, για τα ψυχολογικά αδιέξοδα του συγγραφέα
Μάγειρας είμαι και ο συγγραφέας μπορεί να έχει αδιέξοδα αλλά με μια πιατέλα ξεροψημένα μπουτάκια κοτόπουλου στον κάνω περδίκι.
Άρα φίλε, έτσι μαγειρικά θα στο πάω.
Είναι πως να στο θέσω ρε παιδάκι μου...απλό...νόστιμο και γλυκό βιβλίο.
Σαν τραπέζι για φίλους.
Σαν μια μεγάλη φέτα φρέσκο ζυμωτό ψωμί, αλειμμένη με βούτυρο και μέλι. Από αυτές που θα ήθελες να φας Πέντε Έξι ακόμη, έτσι για να το γουστάρεις και γιατί είσαι γουρούνι.
Αλλά μέσα σου ξέρεις ότι και με αυτή τη μια και μοναδική θα είσαι κομπλέ και χορτάτος.
Σαν ύφος είναι σοβαρό μερικές φορές, σαν αυτά τα μαμαδίστικα Κυριακάτικα φαγητά. Γαμηστερά φυσικά, νοστιμότατα και εξαίσια αλλά μετά ένα δίωρο ύπνο τον θες για να στανιάρεις.
Και αυτό με εξέπληξε. Όχι ότι ο συγγραφέας στερείται σοβαρότητος, ναι νταξ... είναι λίγο μεγάλο όργιο για όσους τον ξέρουν και τον διαβάζουν, οπότε μια φάπα την έφαγα μη σου λέω χαζά. Παράλληλα φίλε μου όμως βεβαιώθηκα για το αυτονόητο.
Ότι αυτοί που έχουν τόσο πολύ μεγάλο χιούμορ τελικά έχουν να κουβαλάνε μεγάλες ιστορίες και θέματα που θέλουν να λύσουν, και ο Πρόβ φαίνεται να έχει ξεκινήσει τη διαδικασία εξορκισμού τους.
Μερικές από τις ιστορίες του βιβλίου είναι τόσο ανθρώπινες τρυφερές και τόσο γλυκές σαν παγωτό με φρέσκια αρωματική βανίλια Μαδαγασκάρης. Νοστιμότατες.
Μερικές πάλι είναι πολύ αυστηρές και βαριές σαν μουσακάς.
Μουσακάς όμως με τα λαχανικά του στραγγισμένα και τηγανισμένα καλά, χωρίς να σε βαρυστομαχιάσουν και να σε πνίξουν.
Τελικά για να μην στα πρήζω, ο Βαγγέλης γράφει καλά και το βιβλίο θα σου αρέσει πολύ.
Να το αγοράσεις. Αξίζει και επίσης δεν κοστίζει μια περιουσία, κυκλοφορεί απο τις εκδόσεις ΟΛΚΟΣ και στην Κατερίνη μπορείς να το παραγγείλεις απο το αγαπημένο μας βιβλιοπωλείο ΝΕΣΤΩΡ
Σε φιλώ.

2 Ιουλίου 2014

Έχεις τρελάνει κόσμο

Θα ήθελα να ξεκινήσω το Post γράφοντας ηλιθιότητες τύπου: “Πόσο μα πόσο ωραία περνάμε στο νησί (sic)” και “Μα με έχουν χαλαρώσει τόσο πολύ αυτές οι διακοπές που δεν βλέπω την ώρα να γυρίσει το γλυκό φθινοπωράκι” (τι σκατά ήπιες μαρσύ; δώσε και σε μας)
αλλά αυτό ΜΟΝΟ τραγικά και δυσάρεστα αποτελέσματα θα είχε, όπως πολλά unfollow, κάποιες καταγγελίες στη Google για το “υβριστικό περιεχόμενο του Blog” και ίσως μερικές μηνύσεις.
Αντ ' αυτού θα είμαι λιτός και απέριττος: ΕΧΩ ΠΗΞΕΙ ΣΤΗ ΔΟΥΛΕΙΑ.
Αυτό.
Το ότι έχω δουλειά όμως είναι πολύ καλό, το ότι σχετικά “πληρώνομαι” επίσης είναι πολύ καλό, το ότι δουλεύω σαν το σκυλί ε και αυτό καλό είναι εδώ που φτάσαμε. Το καλύτερο όμως είναι ότι αυτή η συγκεκριμένη δουλειά στο συγκεκριμένο μέρος μου αρέσει.
Και μου αρέσει πολύ.
Δουλειά λοιπόν για μας τους εποχικούς ξενοδοχοϋπαλλήλους.
Γλυκό καλοκαιράκι για τους υπόλοιπος ιθαγενείς και μη.
Μεσημεριανή (β)ραστώνη.
(να μην συγχέεται με τη “Μεσημεριανή Μελέτη” παρακαλώ)
Το σκηνικό έχει ως εξής:
Ήλιος και Ζέστη.
Κυριακή μεσημέρι.
Από αυτές τις τεμπέλικες που θέλεις να λιώνεις στην ξάπλα η στην ξαπλώστρα.
Το μέρος:
Πισίνα πολυτελούς ξενοδοχείου.
(ξέχνα ότι έχεις στο μυαλό σου για ηρεμία, χαλάρωση, Loung-οκατάσταση και αραλίκι)
Πιτσιφρίκια που ουρλιάζουν αλαφιασμένα σαν να μην υπάρχει αύριο, και πέφτουν με δύναμη βόμβας Ναπάλμ στην πισίνα, κάνοντας κωλοχανείο όλο το χώρο στα επόμενα έξι οικοδομικά τετράγωνα και τους σερβιτόρους να μοιάζουν προς στιγμήν με τον πίνακα του Νορβηγού Εξπρεσιονιστή ζωγράφου Έντβαρτ Μουνκ “Η Κραυγή”.
Οι υπόλοιποι λουόμενοι λιάζονται σαν σαύρες στα νησιά Γκαλαπάγκος/βαριούνται/αναθεματίζουν/νοσταλγούν τον Ηρώδη.
Τα πιτσιφρίκια όμως μας έχουν όλους χεσμένους όπως είναι φυσιολογικό για κάποιον που είναι κάπου μεταξύ των 14 – 24.
Οι Αθλοπαιδιές και τα εφετζιλίκια όμως (συν κάτι το νερό,ο ήλιος και η ώρα) φέρνουν πείνα στα μικρά τέρατα και τότε τα άλλα μικρά ανθρωπάκια που μοιάζουν με τον πίνακα ζωγραφικής που λέγαμε, αρχίζουν και μοιάζουν και με Θεατρικό.
Η Τρελή του Σαγιό”(Του Ζαν Ζιρωντού) και τότε αυτά, αρχίζουν να τηλεφωνούν στην κουζίνα σε κάτι άλλα χαζά τρελαμένα ανθρωπάκια με άσπρα (μην παίρνεις όρκο γιατί οι τελευταίοι μεταμοντέρνοι μάγειροι αρχίζουν και μοιάζουν περισσότερο σαν Ninja σε βιντεοκασέτα της δεκαετίας του 80 με αυτά τα ρούχα που φορούν. Ο Μαύρος, ο Κόκκινος και ο Άσπρος. Σαν τους Power Rangers ένα πράμα) για να επαναλαμβάνουν την ίδια φράση:
“ΈναClubSandwitch”
Υλικά: (για έναν)
3 φέτες ψωμί του τοστ
Μαγιονέζα κατά βούληση
(καλά μη βάλεις όλο το βάζο και συ πια)
2 φέτες μπέικον
1 φέτα ζαμπόν
2 φέτες κίτρινο τυρί της αρεσκείας σου
(καλό είναι να ναι Edam η Gouda, εγώ προσωπικά γουστάρω τρελά και τσένταρ η Έμενταλ)
1 (ώριμη μεγάλη κόκκινη ζουμερή) ντομάτα
Μερικά φύλλα μαρούλι
(πλυμένα καλά μη σε πάρει και σε σηκώσει)
1 σακουλάκι προτηγανισμένες πατάτες
(μη γαμιέσαι! Ή το κάνεις η δεν το κάνεις το γουρούνιασμα)
Λοιπόν ας ξεκινήσουμε με μια γενικότερη αλήθεια.
Επειδή (επί του πρακτέου δηλαδή) δεν γίνεται να αγοράσεις μόνο από 1 φέτα αλλαντικά η 3 φέτες ψωμί του τοστ, άρα αναγκαστικά (κατά κάποιο τρόπο) θα αγοράσεις περισσότερα, κάνε και συ το καλό.
Φώναξε και κάνα φίλο, το γκομενάκι, τη γειτόνισσα, άστεγο.. ότι γουστάρεις βρε παιδί μου, για να φάτε μαζί.
Τα υλικά θα τα αγοράσεις έτσι και αλλιώς, θα μπεις στην κουζίνα έτσι και αλλιώς.
Η συνταγή είναι πιο εύκολη από αυγά μάτια.
Θέλει τρόπο και μεθοδικότητα και όχι να ξέρεις κβαντική φυσική.
Λοιπόν άκου δω.
Έχε κοντά σου όλα τα υλικά αραδιασμένα για να μην τρέχεις δεξιά και αριστερά σαν Ιαπωνικό καρτούν.
Πλύνε χέρια, πάρε τη φριτέζα και βάλε αρχικά να τηγανίσεις της πατάτες. Και όχι δεν χρειάζεται να είναι φρέσκες.
Προκάτ θέλουμε.
Βάλε στην τοστιέρα (ή στην φρυγανιέρα πολύ καλύτερα μην σου πω ψέμματα) να ψηθούν 3 φέτες ψωμί του τοστ.
Βάλε τις φέτες μπέικον σε ένα πιατάκι και ψήστες στο φούρνο μικροκυμάτων για 34 δευτερόλεπτα.
Βρε δεν λέω μαλακίες σου λέω!
Τόσο θέλει.
Μόλις ψηθεί το μπέικον και επίσης οι φέτες του ψωμιού και παράλληλα έχε το νου σου στις πατάτες να μην καούν, θα συναρμολογήσεις το Κλαμπ ως εξής.
(έχει σημασία για τη γεύση και το πως θα κάτσουν στο δάγκωμα, δε σου λέω μαλακίες)
  • 1η φέτα ψωμί του τοστ
  • Αλείφεις μαγιονέζα
  • Βάζεις ένα φύλλο μαρούλι
  • Μία φέτα Ζαμπόν
  • Μία φέτα κίτρινο τυρί
  • 2η φέτα ψωμί του τοστ
  • Μαγιονέζα άλοιμα ξανά μανά
  • Βάζεις δεύτερο φύλλο μαρούλι
    (αν δεν γουστάρεις πολύ πρασινάδα μην βάλεις, μη μας πουνε και Vegans)
  • Δεύτερη φέτα κίτρινο τυρί
  • Το ψημένο μπείκον
  • 1 η 2 φέτες Ντομάτα
  • 3η φέτα ψωμί του τοστ
Τέλος η ανοικοδόμηση του Κλαμπ.
Καρφίτσωσε το ΚΑΛΑ, ισομερώς επάνω στην τελευταία φέτα ψωμιού, στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα με (από μια) οδοντογλυφίδα και μετά κόψε το διαγώνια στα γνωστά μας τρίγωνα σαντουϊτσάκια, κρατώντας το καλά από πάνω χωρίς:
Α) Να κοπείς
Β) Τσιμπηθείς από τις οδοντογλυφίδες
Γ) Χωρίς να το διαλύσεις και να του γαμήσεις το πρέκια.
Μετέφερε το σε πιάτο, βάλε στη μέση τις πατατούλες.

Τώρα οπτικοποίησε τη λέξη γουρούνι